αυθαίρετος


αυθαίρετος
[афтэрэтос] εκ. произвольный, своевольный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αυθαίρετος" в других словарях:

  • αὐθαίρετος — self chosen masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυθαίρετος — η, ο (AM αύθαίρετος, ον) νεοελλ. 1. αυτός που γίνεται αυθαίρετα, χωρίς να ακολουθηθούν ορισμένες αρχές, νόμοι, κανονισμοί κ.λπ. 2. το ουδ. ως ουσ. τα αυθαίρετα οικοδομές που έγιναν χωρίς να έχει εκδοθεί άδεια από την αρμόδια αρχή αρχ. 1.… …   Dictionary of Greek

  • αυθαίρετος — η, ο 1. αυτός που αποφασίζει σύμφωνα με τη δική του γνώμη και θέληση: Στις ενέργειές του συνήθως ήταν αυθαίρετος. 2. αυτός που ενεργεί αντίθετα από το νόμο: Η ενέργεια αυτή του νομάρχη ήταν αυθαίρετη. Ουσ. αυθαιρεσία, η η αυθαίρετη ενέργεια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αὐθαιρέτως — αὐθαίρετος self chosen adverbial αὐθαίρετος self chosen masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐθαίρετον — αὐθαίρετος self chosen masc/fem acc sg αὐθαίρετος self chosen neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐθαιρέτοις — αὐθαίρετος self chosen masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐθαιρέτου — αὐθαίρετος self chosen masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐθαιρέτους — αὐθαίρετος self chosen masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐθαιρέτων — αὐθαίρετος self chosen masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐθαιρέτῳ — αὐθαίρετος self chosen masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)